Ομιλία Προέδρου Π.Ο.ΑΞΙ.Α. κ. ΓΕΩΡΓΑΤΖΗ Δημ. στο Παλλαϊκό Συλλαλητήριο κατά της Βίας - 20/07/2009

 

ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ Π.Ο.ΑΞΙ.Α.
Α/Δ κ. ΓΕΩΡΓΑΤΖΗ Δημητρίου
ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ, ΤΗΝ 20/07/2009


Αγαπητοί Συμπολίτες,

Κ.κ. εκπρόσωποι των Πολιτικών κομμάτων

Κ.κ. εκπρόσωποι Φορέων και Οργανώσεων

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Σας ευχαριστούμε για την παρουσία σας σήμερα εδώ για να διατρανώσουμε όλοι μαζί ότι απορρίπτουμε κατηγορηματικά την αντίληψη της βίας και της αυθαιρεσίας από όπου και αν προέρχεται.
Η βία, ανέκαθεν, ήταν ένα ζήτημα αμφιλεγόμενο. Ταμπού για κάποιες πολιτικές αλλά και για το σύνολο της κοινωνίας, είναι ένα διαχρονικό θέμα για αντιπαράθεση. Σύμφωνα με τον Καντ, είναι δομικό στοιχείο της κοινωνίας, ενώ κάθε ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής (από τον Φρόιντ μέχρι τον Ντοστογιέφσκι) αντιμετώπισε τη βία ως μια υπαρκτή πραγματικότητα. Εντούτοις, η διαφορά από τη θεωρητική ανάλυση του φαινομένου με τον αντίκτυπο που φέρει μια πράξη βίας στον ψυχισμό του ανθρώπου, είναι το σημείο το οποίο σηματοδοτεί την έναρξη του προβληματισμού.


Ειδικότερα στο θέμα της βίας ως πράξη εξέγερσης και εναντίωσης, τα πράγματα είναι επίσης περίπλοκα. Η βία ως μέσο απορύθμισης μιας δεδομένης κατάστασης πραγμάτων, σίγουρα έχει κάποια χρησιμότητα. Είναι ωστόσο η θεσμοποίηση της βίας που ελλοχεύει έναν κίνδυνο, να καταστεί αυτού του είδους η βία σε μια ιεροτελεστία άνευ ουσίας. Η «κοινωνία του θεάματος» παραμονεύει και με την πρώτη ευκαιρία την συσκευάζει σε τηλεοπτικό προϊόν άμεσης κατανάλωσης: οι τηλεθεατές την καταναλώνουν με βαριά ψυχή και κατόπιν τη χωνεύουν με μια είδηση που αναδεικνύει την εθνική ομοψυχία.
Η θεσμοποίηση της βίας μέσω των καθιερωμένων επεισοδίων σε πορείες και λοιπές εκδηλώσεις, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν αποτελεί μια απολύτως υγιή έκφραση δυσαρέσκειας. Από την άλλη, το κύμα βίας που ξεσπά π.χ. σε μια αντιπολεμική πορεία, δεν είναι απαραίτητα στο σύνολο του «πακεταρισμένο» από πριν. Σε τέτοιου είδους ακραίες συνθήκες με την καταστολή των γκλομπς και των χημικών να κρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια την διαδηλωτών, πολλές φορές η έκλυση της βίας έχει τη μορφή μιας άμεσης, αυθόρμητης και λυτρωτικής αντίστασης.
Η μονολιθική σκέψη όμως που θέλει την αντίσταση να εκφράζεται μονάχα μέσω των μολότωφ, είναι παραπλανητική. Η απαίτηση να οπλιστεί το χέρι καθενός, είναι παράλογη και εκβιαστική. Η ευρύτητα της δράσης ενάντια στην απολυταρχικότητα και την πίεση για προσαρμογή, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Οι ρωγμές ενός διάτρητου καπιταλιστικού συστήματος είναι πολλές και η δυνατότητα να διαχέονται ριζοσπαστικές ιδέες και αντιλήψεις διαμέσου αυτών, δεν πρέπει να μας διαφεύγει. Το γεγονός ότι αυτές καταλήγουν συνήθως στα σκουπίδια, ανάμεσα στους τόνους ανοησίας που μας περικλείει, είναι ένα άλλο θέμα.
Η άρνηση της υφιστάμενης πραγματικότητας παίρνει πολλές μορφές και μια θεωρητική σύμπραξη τους, μοιάζει αναγκαία. Από καλλιτέχνες που δρουν στο περιθώριο και πυροδοτούν αντιδράσεις με το έργο τους μέχρι αυτούς που αρνούνται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία και από «αλλοπαρμένους» που προσβάλλουν τα μικροαστικά ήθη με τον τρόπο ζωής τους μέχρι αυτούς που ξημεροβραδιάζονται με τον Φουκώ και τον Μπάροουζ, ο δρόμος της υπέρβασης γνωρίζει πολλά μονοπάτια. Είναι αυτονόητο, ότι αν η άρνηση δεν μετουσιωθεί σε κάτι γόνιμο και δημιουργικό, αν δηλαδή το σπέρμα της αμφιβολίας δεν γονιμοποιηθεί σε στέρεα κριτική, δεν καταφέρνεις (σχεδόν) τίποτα.
Σε πολλές περιπτώσεις κινήματα και εξεγέρσεις υπονομεύτηκαν ή και προβοκαρίστηκαν από φαινόμενα ανεξέλεγκτης βίας, απομονώθηκαν, απομαζικοποιήθηκαν, ηττήθηκαν πολιτικά και εξέπεσαν στις καταστροφές και στο «πλιάτσικο». Ιδιαίτερα όταν ήταν αυθόρμητες εκρήξεις, χωρίς στόχους συγκεκριμένους και χρόνους. Όταν δεν ήξεραν πότε έπρεπε να σταματούν και πότε έπρεπε να ξεκινούν. Όταν δεν ήλεγχαν τα «μέσα» και δεν είχαν αντίληψη του ευρύτερου κοινωνικοπολιτικού χώρου.
Την τελευταία δεκαετία και ανεξάρτητα από τα πρόσφατα γεγονότα, τα επίπεδα της βίας στην κοινωνία έχουν ανέβει κατακόρυφα. Βία στους δρόμους, βία στα γήπεδα, βία στην οικογένεια, βία στα σχολεία και στις γειτονιές. Ακόμη και η πιο ανώδυνη διαφορά ή διαφωνία μπορεί εύκολα να εκτραχυνθεί σε σύγκρουση, πόσο μάλλον οι σοβαρότερες.
Καλώς ή κακώς λοιπόν, η καθημερινότητα στην οποία ζούμε είναι πολύ πιο βίαιη από αυτήν με την οποία μεγαλώσαμε.
Τα εύφλεκτα υλικά έχουν πολλαπλασιαστεί και ως εκ τούτου το ερώτημα που προκύπτει είναι διπλό : Αν υπάρχουν άνθρωποι που ετοιμάζουν το μπουρλότο.
Αν υπάρχουν και άλλοι που ανοήτως τους διευκολύνουν – «χρήσιμους ηλίθιους» τους αποκαλούσε ο Λένιν.
Η τελευταία δική μας «νεανική εξέγερση» σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση και τον ευτελισμό του «δημοσίου διαλόγου» είναι ένδειξη εντόνων διεργασιών στο κοινωνικό υπόστρωμα της Ελληνικής Κοινωνίας. Αυτό πρέπει να δούμε και να αντιμετωπίσουμε σε βάθος. Και όχι όπως κάνουν πολλοί, να χρησιμοποιούν τα όντως απαράδεκτα φαινόμενα βίας για να «σκεπάσουν» το «κοινωνικό καζάνι που βράζει».
Τα τελευταία γεγονότα προκάλεσαν αλυσίδα αντιδράσεων, οδήγησαν στην «τυφλή βία» και αποκάλυψαν τη δυσαρέσκεια που δεν έχει βρεί ακόμη μορφή και τρόπους έκφρασης.
Ποιος και γιατί είναι τόσο ενοχλημένος;
Για πρώτη φορά η απάντηση δεν δέχεται άλλες ερμηνείες. Όλοι και με όλα…
Το τέλος του 2008 βρήκε τη χώρα σε κοινωνική έκρηξη, την πολιτική να απαξιώνεται, ευρύτατα κοινωνικά στρώματα να περιθωριοποιούνται.
Ο πανικός και ο φόβος, ως πρώτες αντιδράσεις σε μια μη γνώριμη κατάσταση δεν αποτελούν παρά έκφραση της πλήρους αποδιοργάνωσης μιας αδύναμης ανοργάνωτης κοινωνίας.
Η κοινωνική ένταση έχει πιάσει κόκκινο.
Το ίδιο και οι δείκτες της βίας.
Της φυσικής, της ψυχολογικής ακόμη και της φραστικής. Οι άνθρωποι δεν μιλούν, κραυγάζουν. Δεν υπάρχουν φωνές που να αρθρώνουν λόγο με αρχή, μέση και τέλος και όσες υπάρχουν δεν ακούγονται. Ένα βουητό σηκώνεται από παντού. Στα ραδιόφωνα, στις τηλεοράσεις, στην πολιτική.
Αν αυτό το περιβάλλον δεν είναι θερμοκήπιο για επώαση εγκληματικών ενεργειών, τότε τι είναι;
Που θα βρούν καλύτερες συνθήκες από τις σημερινές όσοι οδηγούν και οδηγούνται σε νέο κύκλο ένοπλης βίας όπως αυτός που, με δραματικές συνέπειες ζήσαμε σχεδόν επί τριάντα χρόνια;
Χώρια που σήμερα, όταν ένα «συμβόλαιο θανάτου» στοιχίζει κάποιες λίγες χιλιάδες ευρώ, τα πράγματα μπορεί να είναι πιο απλά στην εκτέλεσή τους και πιο δύσκολα στη διαλεύκανσή τους…
Αυτοί που μίλησαν με τα καλάσνικοφ κάτι ήθελαν να πουν , «κάτι» που δεν είναι διαμαρτυρία ή οργή.
Σε αυτές τις περιπτώσεις η επίκληση του «νόμου και της τάξης» δεν αρκεί. Χάνουν το νόημά τους εάν δεν συνοδεύονται από πολιτικές τομές και μεταρρυθμίσεις. Εάν το πολιτικό σύστημα δεν ανακτήσει την ικανότητά του να πείθει τον κόσμο.
Η «νεανική εξέγερση» πρέπει να παρακινήσει τις πολιτικές ελίτ για ουσιαστικότερες σκέψεις. Αν η κοινωνική οργή βγεί στους δρόμους, δεν συμμαζεύεται με διακηρύξεις κατά της βίας. Γι αυτό και η σχετική φιλολογία μοιάζει με το… κάρο μπροστά από το άλογο!
Μερικοί θεωρούν ότι η δικαιολογημένη δυσφορία του κόσμου, η λαϊκή δυσαρέσκεια στα φαινόμενα της βίας και των καταστροφών και η σχετική «όξυνση» τέτοιων συναισθημάτων μέσω της ενίσχυσης της βίας είναι ο μόνος δρόμος τελικά για την αντιμετώπισή της!
Υποτιμούν τα πολιτικά και επιχειρησιακά μέσα και υιοθετούν την «ομοιοπαθητική» της βίας…
Άλλοτε «πετυχαίνουν» και άλλοτε τα κάνουν «θάλασσα». Εξαρτάται από τις εποχές. Στις κοινωνικές εκρήξεις τις περισσότερες φορές η βία είναι συστατικό στοιχείο με ποικίλλουσα δοσολογία. Και είναι σύνηθες φαινόμενο οι συντηρητικές πολιτικές ελίτ να χρησιμοποιούν τα φαινόμενα βίας για να δυσφημήσουν και να εξουδετερώσουν κινήματα με κοινωνικά και όχι βέβαια …εγκληματικά χαρακτηριστικά.
Κάποια στιγμή θα πρέπει να αποφασίσουμε όλοι μας τι είδους Αστυνομία θέλουμε. Κατ’ αρχήν, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η ΕΛ.ΑΣ. οφείλει να κινείται εντός των ορίων της νομιμότητας. Και η στρατηγική της αυτή είναι. Οι παρεκκλίσεις πρέπει να εξοβελίζονται, διότι ακυρώνουν την εικόνα της. Από την άλλη πλευρά, όμως, πολιτικά κόμματα και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, κάποια στιγμή θα πρέπει να απαντήσουν στο κρίσιμο δίλημμα : θέλουμε μια Αστυνομία που θα προστατεύει ή μια Αστυνομία που απλώς θα παρατηρεί;
Σημαντική διευκρίνιση : Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, βασική προϋπόθεση είναι ότι θα σέβεται και θα περιφρουρεί τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να πούμε «όχι» στην παραβίαση των ελευθεριών, αλλά παράλληλα θα πρέπει να πούμε «όχι» και στην απραγία της ΕΛ.ΑΣ.. Αλλιώς θα ξαναδούμε το κέντρο της Αθήνας καμένο. Κι όχι μόνο μια φορά…
Υπάρχει ένα κρίσιμο ερώτημα το οποίο εξακολουθεί να μένει αναπάντητο: Ποια είναι η δημοκρατική προσδιορισμένη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη νόμιμη και την παράνομη βία; Από ποιο σημείο και μετά η κρατική νομιμοποιημένη καταστολή γίνεται βάναυση και αυθαίρετη βία στην οποία ο λαός οφείλει να αντισταθεί και από ποιο σημείο και μετά η βία της (όποιας έντασης) κοινωνικής απειθαρχίας μετεξελίσσεται σε τυφλή τρομοκρατία στην οποία πρέπει η Πολιτεία (και η Δημοκρατία) να αντιταχθεί;
Έχω την εντύπωση πως η άμετρη, άσκοπη βία κατέστη εγγενές στοιχείο των πολιτικών αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων με συνέπεια «η πολιτική βία από τα πάνω» (θεσμοποιημένη βία, δομική βία) να προκαλεί «την πολιτική βία από τα κάτω» (συλλογική αντι-βία) και οι δύο μαζί να σφιχταγκαλιάζονται σ’ ένα τέτοιο θανάσιμο παιχνίδι εκτός ελέγχου που συνήθως καταλήγει σε δημοκρατική εκτροπή.
Αναρωτήθηκε άραγε κανείς μήπως όταν η κοινωνία αγανακτεί, σημαίνει πως η νόμιμη βία που εμείς ασκούμε υποτίθεται έχει ξεπεράσει τα όρια επιφυλακής;
Επειδή η βία θα συνεχίσει να μολύνει τη ζωή μας και να θέτει σε κίνδυνο την ασφάλειά μας, μόλις βγούμε από τα τραγικά γεγονότα που βιώνουμε όλοι ως εθνικό πένθος, καλά θα ήταν να θέσουμε εκ νέου τα όρια της δημοκρατικής λειτουργίας και ευθύνης (όλων προς όλους).
Χρειάζεται καταρχήν να συνειδητοποιήσουν η Ελληνική Κοινωνία, τα Μ.Μ.Ε. και τμήμα του πολιτικού κόσμου ότι η Αστυνομία δεν αποτελεί πλέον ένα μηχανισμό καταστολής ή τη «σιδερένια γροθιά του κράτους»αλλά έναν απαραίτητο θεσμό στην υπηρεσία του πολίτη, σε μια περίοδο μάλιστα που χαρακτηρίζεται από πολλαπλές προκλήσεις ασφαλείας. Ένα θεσμό, βεβαίως, με αδυναμίες και παθογένειες τις οποίες οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε άμεσα.
Άμεση προτεραιότητα θα πρέπει να αποτελέσει η αναζήτηση συναίνεσης από όλα τα κόμματα που εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο ( ή αν αυτό δεν είναι εφικτό, από μια ξεκάθαρη πλειοψηφία ) για τη διαμόρφωση ενός γενικότερου πλαισίου, σχετικά με το ρόλο της Αστυνομίας.
Σε επίπεδο πολιτείας και κοινωνίας πρέπει να οριοθετηθούν οι αρμοδιότητες της ΕΛ.ΑΣ. όσον αφορά : α) στην προστασία του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και β) στην προστασία της δημόσιας Τάξης.
Ο πολιτικός κόσμος και η Ελληνική Κοινωνία θα πρέπει να αντιμετωπίσουν επίσης, δύο άλλα σημαντικά ζητήματα : το επονομαζόμενο πανεπιστημιακό άσυλο και την ανάγκη εξουδετέρωσης της ωρολογιακής βόμβας που είναι η περιθωριοποίηση των μεταναστών δεύτερης γενιάς.
Σε κάθε περίπτωση, μέσα από την τραγική απώλεια της ζωής του νεκρού Αλέξη, απώλεια που δεν αναπληρώνεται και δεν εξωραΐζεται και της δολοφονικής επίθεσης σε βάρος του Διαμαντή, αναδεικνύεται και η επιτακτική ανάγκη της συμφιλίωσης της κοινωνίας με την Αστυνομία. Άλλως, της Αστυνομίας με την κοινωνία, αφού οργανωμένο κοινωνικό σύνολο δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο χωρίς Αστυνομία.
Πρέπει ασφαλώς, πολλά να κάνει η Αστυνομία. Μόνον αυτή όμως?
Δεν θα πρέπει κάποιοι να προετοιμάσουν το έδαφος? Δεν θα πρέπει κάποιοι να δείξουν τον δρόμο, να αναδείξουν την αναγκαιότητα αυτή? Δεν θα πρέπει να απομυθοποιηθεί η «λογική», η «εκτίμηση» ότι πρόκειται για γουρούνια και δολοφόνους ? Εάν η απάντηση είναι όχι τότε για πια κοινωνία θα μιλάμε?
Μπορεί να υπάρξει, να συνεχίσει να υπάρχει κοινωνία χωρίς δυνάμεις της τάξης ( και καταστολής εάν και όπου προστατεύεται το ίδιο το κοινωνικό σύνολο).
Ατυχώς, βαδίζουμε ήδη σε ιδιαίτερα ολισθηρό δρόμο. Αλίμονο, όμως, αν θεωρηθεί ότι είναι ήδη πολύ αργά.
Αλλά για τη «συμφιλίωση» αυτή που τόσο την έχει ανάγκη ο τόπος, η μεν Αστυνομία είναι βέβαιο ότι οφείλει να εκδηλώσει, κάθε πρόσφορη και αναγκαία πρωτοβουλία.
Πρέπει, ωστόσο, να είναι έτοιμο και το κοινωνικό σύνολο. Να ακούσει και να συζητήσει, όπως αυτό κάθε φορά εκπροσωπείται. Σε συλλογικό, αλλά και ατομικό επίπεδο.
Επαναλαμβάνω ότι απορρίπτουμε κατηγορηματικά την αντίληψη της Βίας και της αυθαιρεσίας από όπου και αν προέρχεται.
Η ελληνική Αστυνομία δεν έπεσε και δεν θα πρέπει να πέσει στην παγίδα της βεντέτας που επιχειρούν να στήσουν ορισμένοι.
Μόνοι τους θα παίξουν αυτό το παιχνίδι, μέχρι την οριστική τους απομόνωση, από την Ελληνική Κοινωνία η οποία είναι μια Ειρηνική Κοινωνία που γνωρίζει να αμύνεται απέναντι σε αυτούς, που με την αρρωστημένη βία τους επιχειρούν να την κατεβάσουν στο επίπεδό τους.
• Η βία δεν ξεχωρίζει ποιότητες. Σκοτώνει. Έρχεται από το μηδέν και θέλει να μηδενίσει. Η βία μισεί το είναι.
Κλείνοντας θέλω να σας παρακαλέσω να φωνάξουμε όλοι μαζί όχι στη βία και στην τρομοκρατία.