Επιστολή προς τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και Υπουργό Εξωτερικών κ. Ευάγγελο ΒΕΝΙΖΕΛΟ

Αξιότιμε κύριε Αντιπρόεδρε,

Απευθυνόμαστε σε σας για να μεταφέρουμε τη μεγάλη μας ανησυχία και τη βαθιά μας δυσαρέσκεια για την πρωτοβουλία του υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη να προωθήσει στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής το Σχέδιο Νόμου «Αναδιοργάνωση της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις», παρά τις αντιδράσεις και τις έντονες επιφυλάξεις που έχουμε διατυπώσει τόσο προς τα πολιτικά κόμματα όσο και προς την ηγεσία του Υπουργείου, εδώ και ένα χρόνο.


Η εξέλιξη αυτή ουδόλως μας ικανοποιεί, αφού η θέση μας ήταν και παραμένει η σύσταση διακομματικής επιτροπής και η εκπόνηση μελέτης με τη συμμετοχή επιστημονικών, συνδικαλιστικών και κοινωνικών φορέων, ώστε με νηφαλιότητα και με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον να προκύψει μια Αστυνομία για την Ελλάδα του 21ου αιώνα. Δυστυχώς, το νομοσχέδιο δεν παρέχει καμία εγγύηση ότι λειτουργεί επ' ωφελεία της ελληνικής κοινωνίας και του Έλληνα Αστυνομικού, όπως υποστηρίζεται εκ μέρους του Υπουργείου.

Το νομοσχέδιο αυτό, δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση τον τίτλο του, καθώς αποτελεί συνέχεια άλλων αποτυχημένων «αναδιαρθρώσεων» κατά το παρελθόν, με τον ίδιο τρόπο σχεδιασμένων. Έτσι και τώρα, τροποποιεί απλά και μόνο τη διοικητική δομή της ιεραρχίας καταργώντας το Αρχηγείο, τις Αστυνομικές Διευθύνσεις των νομών, που συνιστούν τον πυρήνα της αστυνομικής λειτουργίας. Επίσης, ο διαχωρισμός υφισταμένων Κλάδων και η δημιουργία αντίστοιχων παράλληλων υπηρεσιών με μοναδικό σημείο συνάντησης τον Αρχηγό του Σώματος, η συνέχιση αρμοδιοτήτων που δεν συνάδουν με τα αστυνομικά καθήκοντα που ανάγονται στην αρμοδιότητα του σωφρονιστικού συστήματος, η επιβάρυνση με τα καθήκοντα της τέως Δημοτικής Αστυνομίας, το κλείσιμο των Αστυνομικών Σχολών, η κατάργηση 6.700 αναγκαίων θέσεων αστυφυλάκων, οι νέες προσλήψεις εκτός θεσμικού πλαισίου των Πανελληνίων εξετάσεων με λογικές άλλων εποχών κλπ, είναι μείζονος σημασίας ζητήματα που δεν μπορούμε να τα παραβλέψουμε.

Όμως, χωρίς να απαξιώνουμε την προσπάθεια του Υπουργείου, θεωρούμε ότι όλα αυτά δεν αποτελούν τη μεταρρύθμιση που προσδοκούσαμε και επιδιώκουμε ώστε να διασφαλίζει το μέλλον μας και να εγγυάται την ασφάλεια των πολιτών, ιδίως σε μια εποχή ασφυκτικής «δημοσιονομικής προσαρμογής» που πρέπει να υπολογίζεται και το τελευταίο ευρώ. Από την Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους δεν είναι καν σαφές το κόστος του όλου εγχειρήματος και οι ισχυρισμοί περί εξοικονόμησης πόρων είναι έωλοι, καθόσον έχουν κοστολογηθεί μόνο οι επιπλέον προσλήψεις και οι δαπάνες από την αύξηση των επιτελικών θέσεων.

Μας παρουσιάστηκαν ως τετελεσμένες διάφορες «καινοτομίες» με τη μέθοδο της διαβούλευσης να αποτελεί απλό πρόσχημα, καθώς δεν συστάθηκε ουδεμία επιτροπή από το Υπουργείο, στην οποία να έχουμε συμμετάσχει και επιχειρηματολογήσει δια ζώσης για τις θέσεις μας. Ενώ από την πλευρά μας εμείς ανέκαθεν τασσόμασταν υπέρ της ουσιαστικής μεταρρύθμισης έχοντας προς τούτο συντάξει και μελέτες από το 2000 ακόμα και έχοντας εξασφαλίσει την επιστημονική τεκμηρίωση των προτεινόμενων αλλαγών, δυστυχώς εκ μέρους του Υπουργείου, αλλά και άλλων κυβερνήσεων κατά το παρελθόν, εισπράτταμε διαρκή άρνηση και το αποτέλεσμα διαρκών ερασιτεχνισμών.

Ενδεικτικές οι παλινωδίες προγενεστέρων πολιτικών ηγεσιών για την ύπαρξη ή μη υπουργείου Δημόσιας Τάξης, για την υπαγωγή ή μη της Ελληνικής Αστυνομίας στο υπουργείο Εσωτερικών, για την υπαγωγή ή μη του Λιμενικού Σώματος στο ίδιο ή άλλο Υπουργείο, για την καθιέρωση Δημοτικών Αστυνομιών σε όλη τη χώρα, για την προσωρινή ανασύσταση της Αγροφυλακής και όλα αυτά χωρίς ουδείς να ασχοληθεί στα σοβαρά με την αποτύπωση και την οριοθέτηση του ενιαίου δόγματος ασφαλείας που θα έπρεπε να υπηρετούν οι όποιες αποφάσεις.

Εκείνο δε που ανησυχεί περισσότερο από όλα τον Έλληνα Αστυνομικό, αλλά και τους πολίτες, είναι ότι για να καταστεί εφαρμόσιμο το σχέδιο νόμου, απαιτούνται περαιτέρω Προεδρικά Διατάγματα και Υπουργικές Αποφάσεις, τις οποίες το Υπουργείο δρομολογεί εν κρυπτώ και οι οποίες δεν αφορούν μόνο τη διάρθρωση των Αστυνομικών Τμημάτων σε επίπεδο τοπικών κοινωνιών, αλλά και την υπηρεσιακή, ατομική και οικογενειακή υπόσταση του Αστυνομικού, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις των Μνημονίων και οι δυσβάσταχτες ειδικότερα περικοπές των αποδοχών μας.

Αξιότιμε κύριε Αντιπρόεδρε,

Γνωρίζουμε ότι τόσο εσείς προσωπικά όσο και το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα «βαρύνεστε» με μεγάλες δημοκρατικές αλλαγές στο χώρο της Ελληνικής Αστυνομίας, όπως η συνδικαλιστική μας έκφραση και λειτουργία, ο θεσμός των πανελληνίων εξετάσεων ως αδιάβλητος τρόπος εισαγωγής στις Αστυνομικές Σχολές, η διασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών εργασίας και ασφάλειας για το ένστολο δυναμικό και άλλα μέτρα. Παρά ταύτα, διαπιστώνουμε ότι με το εν λόγω νομοθέτητα κινδυνεύουν να ανατραπούν αυτές οι θεσμικές αλλαγές και μάλιστα την ώρα που ο κ. Πρωθυπουργός, όπως κι εσείς ο ίδιος έχετε κατ’ επανάληψη ταχθεί υπέρ της αναγκαιότητας ανάταξης του Αστυνομικού Σώματος με την αποκατάσταση των αδικιών που έχει υποστεί ο ένστολος. Γεννάται επομένως το εύλογο ερώτημα ποια η σπουδή της ψήφισης του συγκεκριμένου σχεδίου νόμου, όταν αυτό έρχεται να ακυρώσει εν μια νυκτί τις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν σε όλους μας;

Παρακαλούμε να κατανοήσετε τις ειλικρινείς μας ενστάσεις, να συμμεριστείτε την αγωνία μας και να σταθείτε αρωγός στην προσπάθειά μας για μια ουσιαστική μεταρρύθμιση σε εύθετο χρόνο, μακριά από πειραματισμούς που έχουμε βιώσει όλοι στο πετσί μας από άλλες τέτοιου είδους «αναδιαρθρώσεις».

 

ds poaxia poasy no sfrag